Κάστρο Σίφνου: Ατμοσφαιρικό και Ζωντανό!

0

Σκαρφαλωμένο στην κορυφή ενός απόκρημνου λόφου, το περήφανο Κάστρο ακτινοβολεί ντυμένο στα λευκά και έχει τη «ματιά» του ανοιχτή στο απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου.

Κείμενο: Ιωάννα Παραβαλου

Ντυμένη στ’ άσπρα, τα καλοκαιρινά, η Σίφνος, η αγαπημένη του θεού Απόλλωνα, λούζεται στο ζωογόνο φως του ήλιου και μας αποκαλύπτει αργά, νωχελικά, τις κρυφές της χάρες. Τα προτερήματά της πολλά και ξεχωριστά: κατάλευκα χωριά, γραφικά ψαρολίμανα, παραλίες με κρυστάλλινα νερά, παράδοση στην αγγειοπλαστική αλλά και τη γεύση (πατρίδα του αρχιμάγειρα Νικολάου Τσελεμεντέ!). Γι’ αυτό και σε κερδίζει αμέσως.

Ανάμεσα στα τόσα πανέμορφα χωριά της, δεν ξέρεις ποιο να ξεχωρίσεις. Η Απολλωνία είναι η πρωτεύουσα και κοντά της ο Αρτεμώνας, με τις γραφικές γειτονιές και τα υπέροχα αρχοντικά, το Βαθύ με το απάνεμο λιμάνι του, η φημισμένη Μονή Χρυσοπηγής, ο γραφικός Φάρος και ο Πλατύς Γιαλός με την απλωτή ακρογιαλιά του.

Η Σίφνος, ωστόσο, κρατάει κρυμμένο καλά κι ένα -ας πούμε- «δώρο» για τον ταξιδιώτη: έναν ξεχωριστό παραδοσιακό οικισμό στο ανατολικό της άκρο. Πρόκειται για το περήφανο Κάστρο, που στεφανώνει το πιο ψηλό σημείο ενός βραχώδους λόφου, γλιστρώντας απότομα ώς τη βαθυγάλαζη θάλασσα. Το Κάστρο απέχει περίπου μισή ώρα από το λιμάνι της Σίφνου, τις Καμάρες. Αφού περάσουμε την Απολλωνία και πριν μπούμε στον Αρτεμώνα, στρίβουμε δεξιά, στο δρόμο που κατηφορίζει με πολλές στροφές προς τη θάλασσα. Ξαφνικά, αποκαλύπτεται, λαμπερός και κατάλευκος, ο παραδοσιακός οικισμός του, ένα από τα σημαντικότερα οικιστικά σύνολα του Αιγαίου.

Συνδυάζοντας αρμονικά το πανέμορφο φυσικό τοπίο με το δομημένο περιβάλλον, το Κάστρο ήταν η παλιά πρωτεύουσα του νησιού μέχρι το 1836 και οφείλει το όνομά του στη μορφή την οποία είχε οικοδομηθεί, σαν μεσαιωνικό οχυρό. Οι φιλόξενοι κάτοικοί του κατάφεραν να διατηρήσουν μέχρι σήμερα, με αξιοθαύμαστο ζήλο, την αμυντική πολεοδομική του δομή, ζώντας και δημιουργώντας, με τις όποιες δυσκολίες, μέσα σ’ αυτή την ομορφιά.

ΒΟΛΤΑ ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ

Για να ανακαλύψουμε την ιδιαίτερη γοητεία του Κάστρου, πρέπει να το περπατήσουμε. Τα σπίτια του διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: τα αρχοντόσπιτα, στο κέντρο του οικισμού, και τα στενομέτωπα μονόσπιτα στον εξωτερικό δακτύλιο. Τα αρχοντικά, με βενετσιάνικες επιγραφές και οικόσημα, με ευρύχωρες σάλες και έπιπλα εποχής Ενετοκρατίας, μαρτυρούν το ένδοξο παρελθόν. Τα δε εξωτερικά σπίτια, διώροφα ή τριώροφα, σχημάτιζαν οχυρωματικό τείχος, με μικρά παράθυρα, κατάλληλα για πολεμίστρες, και χαμηλές πόρτες. Συνήθως ήταν δίφατσα και υπήρχε ξεχωριστός νοικοκύρης για κάθε όροφο – οριζόντια μορφή ιδιοκτησίας.

Διακοπή του τείχους γινόταν μόνο με τις έξι στοές ή λότζιες, που δημιουργούσαν τις εισόδους και εξόδους του οικισμού και ήταν σιδερόφραχτες. Οι τελευταίες χρησίμευαν και ως χώροι κοινωνικής επαφής. Εδώ κάθονταν οι άρχοντες του χωριού, συζητούσαν, υποδέχονταν επισκέπτες ή έπαιρναν σημαντικές αποφάσεις.

Περπατώντας στα καλντερίμια του με τα φρεσκοασβεστωμένα «πλακαράκια» και τα σπίτια με τις μικρές αυλές, στολισμένες με ταπεινά γεράνια και βουκαμβίλιες, παρατηρούμε την τέλεια εκμετάλλευση του χώρου. Ολα πεντακάθαρα!

Τα σπίτια της δεύτερης σειράς ομορφαίνουν με χρωματιστά ξύλινα μπαλκόνια. Εδώ έβγαιναν άλλοτε οι αρχόντισσες για να απολαύσουν τον ήλιο που χανόταν πίσω από το βουνό του Προφήτη Ηλία. Εντύπωση προκαλούν οι συνεχόμενες στοές με τα μεγάλα ξύλινα δοκάρια, τις «φίδες» – ένα είδος δέντρου που φύτρωνε άλλοτε στο νησί. Ανάμεσα στα δρομάκια του θα ανακαλύψουμε και το Αρχαιολογικό Μουσείο, δωρεά του Ακαδημαϊκού Γ. Μαριδάκη, το οποίο όμως βρήκαμε κλειστό λόγω ανακαίνισης.

Στην είσοδο του Κάστρου θα ξεκουραστούμε απολαμβάνοντας καφέ και ένα παραδοσιακό αμυγδαλωτό, μια μελόπιτα ή υπέροχη λεμονόπιτα στο «Κονάκι», από τα χέρια της Πόπης.

ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ, ΞΩΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ… ΠΑΡΑΛΙΕΣ

Βγαίνοντας από την ανατολική λότζια, η ματιά «ταξιδεύει» στη θάλασσα. Στα πόδια μας, καρφωμένο σε γυμνό πελαγίσιο βράχο, το μικρό κατάλευκο εκκλησάκι των Εφτά Μαρτύρων (Εφταμάρτυρες). Περπατάμε στον εξωτερικό δακτύλιο, με κατεύθυνση προς την ακρόπολη του οικισμού. Στο ψηλότερο σημείο του ορθώνονταν άλλοτε τα αρχοντικά των προεστών και η Καγκελαρία, ενώ στα Δεσποτικά βρίσκονταν τα γραφεία της Μητρόπολης της Σίφνου. Σήμερα, αντιστέκεται στο χρόνο το ερειπωμένο πέτρινο σύνολο από παλιά κτίσματα. Εδώ βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας και η Παναγία η Ελεούσα (Μητρόπολη του Κάστρου), με ξυλόγλυπτο τέμπλο και την εικόνα της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας.

Σημαντικές εκκλησίες είναι η Κοίμηση της Θεοτόκου (1593), ο Ταξιάρχης, η Θεοσκέπαστη, ο Αγιος Ιωάννης ο Θεολόγος (1812), ο Αγιος Νικόλαος (1536), ο Αγιος Δημήτριος, οι Αγιοι Σαράντα, ο Ναός του Χριστού στο Κάστρο, ο Αγιος Αντώνιος των Καθολικών (Φραγκαντώνης) κ.ά. Εξω από το Κάστρο βρίσκονται οι εκκλησίες του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου και του Αγίου Στεφάνου.

Από τις πιο όμορφες διαδρομές είναι αυτή που οδηγεί (με περπάτημα 20 λεπτών) στην Παναγία την Πουλάτη με το λιμανάκι Διαλισκάρι στα «πόδια» της. Είναι αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου (1871). Προσεγγίζεται και με τζιπ από το δρόμο, καθώς μετά τον Αρτεμώνα στρίβουμε προς «Bella Vista» και οδηγούμε πια σε χωματόδρομο.

Αν αγαπάμε την πεζοπορία, αξίζει να κάνουμε και μια βόλτα στις κατάφυτες Ερκειές, στην ποταμιά με τις πικροδάφνες και τους περιστεριώνες. Στην αρχαιότητα λατρευόταν εδώ ο θεός Πάν. Στη ρεματιά ξεπροβάλλει η εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης (1665).

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΧΘΕΣ

Ο Ηρόδοτος αναφέρει την αρχαία πρωτεύουσα της Σίφνου ως «άστυ», στη θέση του σημερινού Κάστρου. Εκεί βρέθηκαν τμήματα τείχους ακρόπολης του 6ου π.Χ. αιώνα. Εποχή ιδιαίτερης ακμής υπήρξε ο αιώνας αυτός, καθώς ο μεταλλευτικός πλούτος του νησιού (χρυσός και άργιλος) έφερε και την οικονομική του ευρωστία. Γύρω στο 600 π.Χ. κόπηκαν για πρώτη φορά νομίσματα, ενώ ο «Θησαυρός των Σιφνίων», στους Δελφούς, αφιερωμένος στον θεό Απόλλωνα (525 π.Χ.), αποτελεί μία ακόμη απόδειξη ευμάρειας. Διάφορα μαρμάρινα υπολείμματα, όπως λάρνακες, επιτύμβιες στήλες, κιονόκρανα κ.ά., που συναντάμε ακόμα στα δρομάκια του χωριού, φανερώνουν το καλλιτεχνικό ταλέντο των κατοίκων του στην κεραμική και στις δημιουργίες με χρυσό, ασήμι, χαλκό.

Το Κάστρο διαμορφώθηκε με τη σημερινή του μορφή γύρω στο 1365 από τη δυναστεία του Γιαννούλη ντα Κορόνια. Κοντά στην Παναγιά την Ελεούσα βλέπουμε στήλη με κτητορική επιγραφή του. Δίπλα, ένα τεράστιο παλιό πιθάρι. Οι μαρτυρίες των περιηγητών για τη Σίφνο ανάγονται στις αρχές του 15ου αιώνα. Η πρώτη περιγραφή του Κάστρου εμφανίζεται στο έργο του Chr. Buondelmonti, που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1879, «Description des Iles de larchipel». O A.J.Buchon στο έργο του «Voyage dans l’ Eubee, les Iles Ioniennes et les Cyclades en 1841» δηλώνει ότι το 1840 το Κάστρο προβάλλει επιβλητικά περήφανο και μοναχικό ανάμεσα σε θάλασσα και ουρανό.

Το 1341 η Σίφνος παραχωρήθηκε από τον δούκα της Νάξου ως τιμάριον στον Βερτούκιο Τριμάνη. Οι Γοζαδίνοι κατόρθωσαν να ανακτήσουν τη Σίφνο το 1568.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι ανήκει σε μια σημαντική κατηγορία κάστρων-οικισμών που χτίζονταν στην κορυφή λόφου, κοντά σε φυσικό λιμάνι, και περιλαμβάνει δύο τομείς: το Εξω Κάστρο και το Μέσα Κάστρο. Η περιοχή του Μέσα Κάστρου δημιουργεί τον πυρήνα του οικισμού. Στους μεσαιωνικούς χρόνους βρισκόταν εκεί η κατοικία του ηγεμόνα της Σίφνου. Η περιμετρική ζώνη αποτελείται από κατοικίες, την ορθόδοξη και λατινική εκκλησία στο ανατολικό και δυτικό άκρο και μία στέρνα.

Η Σίφνος ήκμασε στη ναυσιπλοΐα. Οι Γοζαδίνοι επί ενάμιση αιώνα μεγαλούργησαν στη Σίφνο και διατήρησαν άριστες σχέσεις με τους δούκες στη Νάξο. Ενα οικόσημο των Grispi σώζεται στην κατοικία του Κάστρου δίπλα στον βόρειο περιμετρικό πύργο. Ο γάμος της Katerina Grispo από δουκική οικογένεια με τον Νικόλαο ΙΙΙ Γοζαδίνο, γύρω στο 1534, δείχνει τις σχέσεις των αφεντών της Σίφνου με τους δούκες της Βενετίας. Από το 1836 πρωτεύουσα του νησιού γίνεται πλέον η Απολλωνία.

Το λιμανάκι κάτω από το Κάστρο ονομάζεται Σεράλια (σημαίνει Παλάτια) και την περίοδο της Φραγκοκρατίας παρουσίαζε μεγάλη εμπορική κίνηση. Διατηρούνται λείψανα μεσαιωνικών λιμενικών έργων που κατασκευάστηκαν από τους άρχοντες Γοζαδίνους.

(Βιβλιογραφία: Μ. Φιλίππα-Αποστόλου, «Το Κάστρο της Σίφνου, αμυντική οργάνωση και αρχιτεκτονικός σχεδιασμός», εκδ. Αρμός, Θεσσ/νίκη 1939).

Απάντηση