Παναγιώτης Τέτσης

0

Παναγιώτης Τέτσης: «Η θάλασσα στην Σίφνο είναι μια λουλακιά ανάμνηση και μια νησιώτικη σκέψη»

Η Σίφνος για τον ζωγράφο και ακαδημαϊκό, Παναγιώτη Τέτση είναι τόπος χαλάρωσης, απογείωσης, αλλά και έμπνευσης. Ήρθε στο νησί τυχαία ένα βράδυ με το πλοίο της γραμμής και έγινε η δεύτερη πατρίδα του μετά την Ύδρα. «Η παράδοση και η αρχιτεκτονική αρμονία του τόπου» τον συγκλόνισαν, όπως και το σπουδαίο κάστρο με τα παραδοσιακά δρομάκια που κυριαρχούν στο νησί. Εδώ, ο τόπος εμπνέει τον σπουδαίο ζωγράφο, ο οποίος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Το φως εδώ και ο αέρας βοηθούν τα χρώματα να απλωθούν, να φέρουν το αποτέλεσμα που επιθυμεί ο ζωγράφος.
Το αγαπώ το τοπίο, έκτος από διακοπές εδώ έχω κάνει μεγάλα έργα και κατόψεις με μελάνι. Τα γαιώδη χρώματα, τα πεύκα, η θάλασσα είναι μια λουλακιά ανάμνηση και μια νησιωτική σκέψη. Τα βράχια κοιτούν τη θάλασσα και τα συγκρατεί το ελάχιστο πράσινο. Εδώ το χρώμα έχει φωνή, θερμότητα και έρωτα».Ως γνήσιοι απόγονοι του Τσελεμεντέ, οι Σιφνιοί είναι άριστοι γνώστες των γαστριμαργικών απολαύσεων, κάτι που δεν αφήνει αδιάφορο και τον Παναγιώτη Τέτση. «Οι Σίφνιοι φτιάχνουν υπέροχα γλυκά, λουκούμια και αμυγδαλωτά. Με σιφνιά πήλινα τσουκάλια και βρόχινο νερό γίνεται η καλύτερη ρεβιθάδα. Εδώ από την βερικοκιά μου φτιάχνω μαρμελάδα για φίλους».Και όπως αναφέρει ποιητικά ο ζωγράφος: «Νησιά σαν τη Σίφνο σε ταξιδεύουν, απογειώνονται, άλλες φορές είναι γεμάτα, άλλες άδεια, ποτέ αδιάφορα. Οι ουρανοί τα βάλανε εκεί, μαζί με τη ζωγραφική και τον άνθρωπο».

«Στη Σίφνο το φως είναι σκληρό σα μαχαιριά»

φωτο από lex-eikon

«…-Γιατί να επισκεφθεί κάποιος το νησί;
«Οι Σίφνιοι είναι αγαπητοί άνθρωποι, ευγενέστατοι, μαλακοί, ποτέ δεν μαλώνουν μεταξύ τους, αυτό που συμβαίνει στην «άλλη Ελλάδα», για αυτό το λόγο, μου αρέσει εμένα».

-Να πάμε στην ουσία. Το γλυκό του κουταλιού (σερβιρισμένο στο δίσκο της Ξενοκράτους με δροσερό νερό και καφέ) είναι δικό σας;
«Όχι αλλά θα ετοιμάσω νέας εσοδείας. Έχω δέντρα που τα καλλιεργώ εκεί, μια βερικοκιά μεγάλη. Από Σεπτέμβρη τα φρέσκα».

-Τσελεμεντέ διαβάζετε;
«Ακούστε η Σίφνος έχει πολύ ωραία φαγητά και πολύ ωραία γλυκά. Έχουν ταλέντο στη μαγειρική. Να σκεφτείτε ότι ο μέγας διδάσκαλος της μαγειρικής ο Νικόλαος Τσελεμεντές, ήτανε Σιφνιός. Το σπίτι του ήτανε στα Ξάμπελα, επωλήθη πριν από περίπου σαράντα χρόνια. Το αγόρασε ο Λάουρι, Αμερικανός ο οποίος αγαπούσε την Ελλάδα, ήταν διευθύνων στην «Foundation Ford», των χορηγιών».

-Έχει αναγνωριστεί στο νησί του ο Τσελεμεντές;
«Όταν βγαίνεις στη Σίφνο, υπάρχουν ορισμένες προτομές, διαφόρων επιφανών Σιφνιών. Ορισμένοι για μας είναι σημαντικοί, ο Προβελέγγιος που την έχει κάνει ο Χαλεπάς, δεν είναι σπουδαίο έργο αλλά είναι του Χαλεπά. Μετά υπάρχει ο Ραμπαγάς και ο υπίλαρχος τάδε, ο λοχαγός τάδε, ο ταγματάρχης τάδε, ο οποίος ήταν προφανώς κάποιος ήρωας επιφανής. Για να τον έχουν θα πει ότι δεν ήταν τυχαίος άνθρωπος. Για μας όμως τους υπόλοιπους, Έλληνες δε λέει πολλά πράγματα. Όλη η Ελλάδα γνωρίζει, τον Τσελεμεντέ. Έχει συνδυαστεί ο οδηγός μαγειρικής να λέγεται Τσελεμεντές, Αν ρωτήσεις ένα νέο παιδί, μία νέα κοπέλα θα σου πει ναι δώσε μου τον Τσελεμεντέ. Είναι οδηγός μαγειρικής. Έχω πει στους Σιφνιούς να του κάνουν μια προτομή. Ξέρετε πόσα ζευγάρια έχει σώσει αυτός ο άνθρωπος».

-Σήμερα η Σίφνος γιατί φημίζεται;
«Υπάρχει ένα εργαστήριο στη Σίφνο που κάνει τα ωραιότερα λουκούμια που υπάρχουν. Χωρίς να θέλω να μου κάνουν μήνυση επί δυσφημίσει οι Συριανοί, αυτά τα λουκούμια είναι άρωμα σκέτο. Ο πατέρας του εργαστηρίου το παρέδωσε στον τελευταίο του γιο, στον μικρότερο. Και το διατηρεί και το έχει ο μικρός γιος και κάνει τα λουκούμια και όλα τα άλλα μαστίχες, παστέλια, χαλβαδόπιτες, πάρα πολύ ωραία».

-Ως ψαγμένος μάγειρας ποιο είναι το μυστικό για μία καλή ρεβιθάδα;
«Παίρνετε τα ρεβίθια τα βάζετε καμιά δεκαπενταριά ώρες να μουλιάσουν και τους βάζετε ή μία κουταλιά αλάτι ή μία κουταλιά σόδα. Με νερό στερνίσιο της βροχής. Διότι αν βγάλετε από το πηγάδι δεν πρόκειται να βράσουν ποτέ. Κατ’ εμέ όταν βάζεις σόδα για να μουλιάσουν, παίρνουν μία μυρωδιά. Τα βάζεις στο πήλινο τσουκάλι, το οποίο δεν πρέπει να έχει εμάγιο, δηλαδή γυάλωμα ούτε μέσα ούτε έξω. Πρέπει να τα ξεπλύνετε πρώτα για να βάλετε και άλλο νερό. Να βάλετε τα ρεβίθια, να κόψετε ένα μεγάλο κρεμμύδι, αλάτι, πιπέρι, λάδι, το καπάκι και το βάζετε στο φούρνο. Καλώς εχόντων των πραγμάτων σε πέντε με εφτά ώρες, θα έχουν βράσει ωραία τα ρεβίθια. Τώρα είναι μερικοί οι οποίοι πιστεύουν ότι η πεμπτουσία του ρεβιθιού, ότι το καπάκι το κλείνουν με ζυμάρι, νομίζω ότι αυτή είναι η υψηλή φιλοσοφία του ρεβιθιού».

-Μπορείτε να ξεχωρίσετε μια εικόνα από το νησί;
«Δεν θα ζωγράφιζα ποτέ έναν οικισμό, βεβαίως, στα έργα μου έχουν μπει ορισμένα στοιχεία του οικισμού. Αλλά να ζωγραφίσω έναν οικισμό όχι δεν θα το έκανα, θα ζωγράφιζα τα τοπία, τα βουνά, την ώρα που γέρνει ο ήλιος πέφτει το φως, είναι πολύ ωραίο το φως, χρυσαφί»…»

Συνέντευξη του καλλιτέχνη από την έκθεση έργων του στο Δημοτικό σχολείο Κάστρου

Στοχαστικός παρατηρητής της φύσης και του τοπίου, καταφέρνει να συλλαμβάνει τη χρωματική υφή του περιβάλλοντος με μια μοναδική αυθεντικότητα και παράλληλα όταν στρέφει το βλέμμα του στην ανθρώπινη μορφή να αποδίδει, με μοναδική ευκολία, τη γνησιότητα της έκφρασης.

Τον συναντήσαμε στη Ξενοκράτους, μας κέρασε γλυκό ροδάκινο παραγωγής του και καφέ μαζί με δροσερό νερό και μας είπε:

-Καλοκαίρι στη Σίφνο και έκθεση μαζί;
«Ήταν μια πρόταση της κυρίας Καρατζά, της συζύγου του εκλιπόντος Θεόδωρου Καρατζά. Δεν μπορούσα να το αρνηθώ. Άλλωστε η Σίφνος είναι η δεύτερη πατρίδα μου. Θα εκτεθούν έργα που έχω κάνει στο νησί, ίσως και πορτρέτα φίλων μου εδώ».

-Πότε ξεκίνησε ο έρωτας με το νησί;
«Από το 1969-1970 όπου στράφηκα στο φυσικό χώρο της Σίφνου, για να δώσω μια μεγάλη σειρά έργων με διάφορες όψεις του νησιού. Τα έργα της σειράς αυτής, πάντα με την έμφαση στο εξπρεσιονιστικό λεξιλόγιο, διακρίνονται για την επιβολή περισσότερο των ψυχρών χρωμάτων και των ρυθμικών στοιχείων. Επεδίωξα, ρυθμική οργάνωση, πλούτο του χρώματος, ποιότητα του φωτός, συνδυασμό πλαστικών και ζωγραφικών αξιών, για να ολοκληρωθεί το εκφραστικό περιεχόμενο του συνόλου».

­ ­– Η ζωγραφική σημάδεψε τη ζωή σας. Ποιες ήταν και εξακολουθούν να είναι οι πηγές της έμπνευσής σας;
«Πηγές είναι τα βιώματά μου. Δεν μπορώ να ζωγραφίσω ξαφνικά. Πρέπει να ζήσω κάτι. Για παράδειγμα σας αναφέρω τη λαϊκή αγορά την οποία έβλεπα επί 30 χρόνια. Μετά ωρίμασε και βγήκε. Το τοπίο της Ύδρας με απασχόλησε μια ολόκληρη ζωή, μην ξεχνάτε ότι είμαι Υδραίος».

­– Και όσον αφορά την τελευταία σας δουλειά με τις «νεκρές φύσεις»;
«Αυτή η φρουτιέρα επαναλαμβάνεται συνέχεια. Δεν έχει σημασία τι αντικείμενα ζωγραφίζεις αλλά το πώς τα ζωγραφίζεις. Γι’ αυτό παλεύοντας με αυτή τη φρουτιέρα το έκανα με τόση όρεξη σαν να ήταν για πρώτη φορά».

-Το θέμα δεν κάνει τη ζωγραφική αλλά η ζωγραφική το θέμα και εσείς εδώ και περίπου πέντε δεκαετίες αγωνίζεστε για τη δημιουργία μιας νέας εικόνας. Τι είναι τελικά η τέχνη;
«Ποτέ δεν έχω πει «θα καθίσω ένα μήνα να κάνω διακοπές χωρίς να κάνω τίποτε». Αντιλαμβάνεστε ότι αισθάνομαι μια ενοχή όταν δεν δουλεύω».

­ -Σας έχουν αποκαλέσει «ηδονιστή του χρώματος», θα θέλατε να μας μιλήσετε για τη σχέση σας με το χρώμα και το φως;
«Ας μην το απομονώσουμε. Μη λέμε ότι ένας ζωγράφος είναι χρωματιστής. Νομίζω ότι το χρώμα και το σχέδιο συμπορεύονται. Επειδή βάζω μερικά έντονα χρώματα σημαίνει ότι είμαι χρωματιστής; Ότι είμαι ζωγράφος του χρώματος; Πιστεύω ότι ο πιο μεγάλος άθλος είναι το να μην έχεις έντονα χρώματα και να είσαι χρωματιστής. Μπορεί να είσαι ζωγράφος του χρώματος και να χρησιμοποιείς δύο ή τρία χρώματα».

­– Αλήθεια, πώς κρίνετε τη σύγχρονη ελληνική τέχνη;
«Η αλήθεια είναι ότι εμείς δεν παράγουμε καινούργια πράγματα. Δεν χαράζουμε καινούργιους δρόμους στην τέχνη. Επομένως, όπως συνέβαινε πάντα, φέρνουμε αυτό που γίνεται αλλού. Κόβουμε τα λουλούδια από έναν κήπο και τα βάζουμε σε ένα βάζο. Η Ελλάδα κατά κάποιον τρόπο είναι το ανθοδοχείο. Δεν πιστεύω ότι παράγονται νέες απόψεις και αντιλήψεις».

­ -Ποιους ομοτέχνους σας θαυμάζετε;
«Θαυμάζω τον Νικόλαο Λύτρα και τον Μιχάλη Οικονόμου. Επίσης τον Μπουζιάννη, τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Γιάννη Μόραλη».

Πηγή Kykladesnews

Απάντηση